ΠΟΙΑ ΘΕΩΡΕΙΤΕ ΩΣ ΠΙΟ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΩΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ 1830 ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Google+ Badge

ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ο ΚΑΙΡΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

SITE METER

8.5.07

ΒΛΑΚΕΙΕΣ....

ΓΝΩΣΤΟ ΑΛΛΑ ΠΑΝΤΟΤΕ ΕΠΙΚΑΙΡΟ ΑΡΘΡΟ!

Η Τεραστία Κοινωνική Σημασία των Βλακών εν

τω Συγχρόνω Βίω

Το πλέον γνωστό αυτό έργο του Ευάγγελου Λεμπέση, δημοσιεύτηκε αρχικά στην "Εφημερίδα των Ελλήνων Νομικών" το έτος 1941 με αποτέλεσμα την πολεμική συζητήσεων κριτικών και

αντιπαραθέσεων στις εφημερίδες της εποχής.

Είναι γεμάτο από οξυδερκείς παρατηρήσεις πάνω στο τεράστιο θέμα της βλακείας στις σύγχρο-

νες κοινωνίες. Είναι μακροσκελές, στην καθαρεύουσα, αλλά κατά κρίση αγαθού ανδρός αξίζει

τον κόπο να διαβαστεί και να γίνει κτήμα. Σήμερα δε αποκτά τεράστια αντιπροσωπευτική της

Ελληνικής κοινωνίας εικόνα, αν κυττάξει κανείς γύρω του...

Εις την πολυπληθή κατηγορίαν των βλακών προσάπτεται ασφαλώς άδικος και επιστημονικώς εσφαλμένη μομφή, όταν ούτοι χαρακτηρίζονται είτε ως άχρη­στοι και περιττόν βάρος της κοινωνίας, είτε ως παρασιτικοί, εκφράζεται δε συχνά η ανόητος, ως θα ίδωμεν, ευχή όπως ούτοι εκλείψουν. Το πρόβλημα των βλακών δεν είναι εν τούτοις απλούν όταν ληφθή πρώτον ύπ´ όψιν η στε­ρεά και απολύτως αναγκαία θέσις, ήν ούτοι επαξίως κατέχουν εν τω κοινωνι­κώ διαφορισμώ. Οι βλάκες διαιρούνται ούτως εις δύο όλως αντιθέτους μεταξύ των «ομάδας», διεπομένας όμως αμφοτέρας υπό του αυτού νόμου, του δια-φορισμού Η πρώτη εκ τούτων ομάς καταλαμβάνει ως γνωστόν τας υποδεε­στέρας εν τη κοινωνία θέσεις, ήτοι ευρίσκεται εις τας κατωτάτας βαθμίδας τού κοινωνικού διαφορισμού. Πόσον ευεργετική διά την κοινωνίαν είναι η ομάς αύτη είναι περιττόν να τονισθή, διότι άνευ αυτής δεν θα υπήρχεν εκμε-τάλλευσις και άνευ εκμεταλλεύσεως δεν θά υπήρχε πολιτισμός. Εις δε την γλώσσαν του κοινωνικού διαφορισμού: Άνευ αυτής δεν θα υπήρχε διαφορι-σμός, διότι αντί της ανισότητος, θα υπήρχεν ισότης, έστω και εκ των άνω, δη­λαδή θα ήσαν όλοι ευφυείς, όπερ από της απόψεως του διαφορισμού το αυτό: ως να ήσαν όλοι βλάκες· διότι ο διαφορισμός απαιτεί ρητώς και ευφυείς και βλάκας, περικοπτω μένων δε οιονδήποτε εκ των δύο τούτων σκελών του, αίρε­ται ολόκληρος. Άνευ δε, κατ´ ακολουθίαν, τού διαφορισμού, καθισταμένου δυνατού μόνον διά της σοβαράς συμβολής των βλακών, δεν υπάρχει κοινωνία. Τοιαύτη λοιπόν ή τεραστία κοινωνική σημασία των βλακών, ήτις άλλως τε υπό πάντων αναγνωρίζεται, μολονότι μόνον εις τον κοινωνιολόγον είναι επιστημο­νικώς γνωστή.

ι.Η κατά των βλακών καταφορά προκαλείται άλλως τε υπό της δευτέρας ομά­δος αυτών, πλέον ενοχλητικής της πρώτης, αλλά και ενταύθα η καταφορά αύ­τη, έφ´ όσον εμφανίζεται ως λογική κρίσις, είναι ακοινωνιολόγητος, ήτοι α-ντεπιστημονική. Κατηγορούνται δηλαδή οι βλάκες της δευτέρας ταύτης κατη­γορίας ότι παναξίως κατέχουν σπουδαίας εν τη κοινωνία θέσεις. Αλλ´ η κρίσις αύτη προδίδει πλήρη μιας ωρισμένης μορφής του διαφορισμού άγνοιαν. Η μορφή αύτη δεδομένη με φυσικήν αναγκαιότητα ως ο νόμος τού διαφορισμού είναι ο στοιχειώδης κανών: "δέκα βλάκες καθ´ ενός ευφυούς· δέκα ανίκανοι

1


καθ' ενός ικανού· δέκα αδύνατοι καθ' ενός ισχυρού κ.ο.κ.". Το φαινόμενον τούτο, κλασσικόν, τυπικόν καί αιώνιον αφ' ής υπάρχει ανθρωπίνη κοινωνία, δι' όλης της Ιστορίας της ανθρωπότητος, δύνανται να είναι «τυχαίον»; Αλλά τυχαίον είναι ό,τι αδυνατεί να συλλάβη ο ανθρώπινος νούς. Ουδέποτε όμως ό,τι προ πολλού έχει συλληφθή εις τον θεμελειώδη νόμον του διαφορισμού. Και το μεν ψυχολογικόν ελατήριον του συνασπισμού των οπωσδήποτε «κά­τω» κατά των οπωσδήποτε «άνω» είναι δεδομένη δια του Γεδδεηΐίπιεηΐ.

Ο συνασπισμός των βλακών ενταύθα είναι μηχανική οργάνωσις βάσει της αρ­χής της "ελαχίστης προσπαθείας" προς αντιμετώπισιν ισχυροτέρας δυνάμεως εις το πρόσωπον των ολίγων ή του ενός. Η οργάνωσις αύτη περιωρισμένης ε­κτάσεως καλείται κοινωνιολογικώς κλίκα (εΐίαιιε).

2. Η έμφυτος τάσις του βλακός, εξικνουμένη συχνότατα εις αληθή μανίαν ό­πως ανήκη εις ισχυράς και όσον το δυνατόν περισσοτέρας πάσης φύσεως ορ­γανώσεις, εξηγείται πρώτον μεν εκ της ευκολίας της αγελοποιήσεως, εις ήν μονίμως υπόκειται, λόγω ελλείψεως ατομικότητος (εξ ού και το μίσος του κα­τά του ατόμου και του ατομικισμού), δεύτερον δε εκ του ατομικού ζωώδους πανικού, υπό του οποίου μονίμως κατατρύχεται, εκ του δεδικαιολογημένου φόβου μήπως περιέλθη εις το παντός είδους προλεταριάτον. Αποτελεί δε η τάσις αύτη αμάχητον σχεδόν τεκμήριον περί του βαθμού της πνευματικής του αναπηρίας. Τοιουτοτρόπως δημιουργείται αυτόματος συρροή βλακών εις τας πάσης φύσεως οργανώσεις, αίτινες, εάν μεν είναι συμφεροντολογικαί, διατη­ρούν τουλάχιστον την σοβαρότητα των συμφερόντων των, εάν όμως είναι «πνευματικαί» περιέρχονται συν τω χρόνω εις πλήρη βλακοκρατίαν. Εις το φαινόμενον τούτο οφείλει τον εκφυλισμόν του λ.χ. ο μασσωνισμός, οι απαντα­χού Ροταριανοί όμιλοι, όλοι οι «πνευματικοί» σύλλογοι, καί αυτή αύτη η... Κοινωνία των Εθνών!. Επόμενον είναι κατόπιν τούτων, ότι όπως η λεγεών των βλακών ωθείται ακατανικήτως προς την αγέλην και προς τας πάσης φύσεως οργανώσεις, ούτω υφίσταται ακατανίκητον έλξιν από τας παντός είδους αγε-λαίας αντιατομικάς και ομαδιστικάς θεωρίας, από του πάσης φύσεως παρεμ­βατισμού η διευθυνομένης οικονομίας ή 4ης Αυγούστου μέχρι του σοσιαλι­σμού και του κομμουνισμού (Άλλοι είναι οι εκμεταλλευταί των θεωριών αυ­τών). Τούτων δεδομένων εξηγείται καί η ατελεύτητος και αυστηροτάτη επιλο­γή βλακών εις τά ομαδικά συστήματα η οποία, τη βοηθεία μιας πολιτικής βίας, κατοχυρούται και ως πολιτικόν και κοινωνικόν καθεστώς (4η Αύγούστου), τό-σω μάλλον, όσο η ελευθερία της σκέψεως, χρήσιμος μόνον εις εκείνους, οίτι-νες διαθέτουν σκέψιν, είναι μονίμως και εξόχως αντιπαθητική εις τους βλά­κας, διότι ασκουμένη υπό των άλλων στρέφεται εναντίον των, ιδία οσάκις ού­τοι κατέχουν εξουσιαστικάς θέσεις, ή έχουν συνδέση συμφέροντα με τους κα­τέχοντας αυτάς. Η έλλειψις ιδίας γνώμης, η κολακεία και η ραδιουργία (ίδε κατωτέρω) τούς προορίζουν άλλως τε ειδικώς δια τας καταστάσεις ταύτας. Η ακατανίκητος επίσης τάσις των βλακών προς τας πάσης φύσεως αγελαίας εμ­φανίσεις (κοσμικαί συγκεντρώσεις και εαυδεπε τρεφομένη εκ των περιεχομέ­νων των εφημερίδων και των ραδιοφώνων, μόδα, κλπ.) και διακρίσεις (τίτλοι, διπλώματα παράσημα) είναι κατόπιν των ανωτέρω αυτονόητος.

2


3. Αλλά πόθεν είναι δεδομένη η πραγματική δυνατότης της αποτελεσματικής δράσεως της βλακικής αγέλης; Η δυνατότης αύτη είναι δεδομένη απολύτως αντικειμενικώς και ανεξαρτήτως τού ψυχολογικού ελατηρίου (τού ressentiment), το οποίον άλλως ουδεμίαν θα είχε κοινωνικήν δράσιν και ακο­λούθως κοινωνιολογικήν σημασίαν. Είναι δεδομένη εκ της μοιραίας θέσεως την οποίαν κατέχουν εις την κλίμακα του κοινωνικού διαφορισμού οι βλάκες, θέσεως εις την οποίαν είναι αναντικατάστατοι , διότι είναι θέσις υποδεεστέρα, αλλά και απολύτως απαραίτητος δια τον όλον κοινωνικόν μηχανισμόν, ο ο­ποίος βασίζεται απολύτως εις τας κατωτέρας αυτού βαθμίδας. Ευκρινέστατα διαφαίνεται η εξάρτησις αύτη των ανωτέρω βαθμίδων και προσώπων από των κατωτέρων τοιούτων όπου αύτη λαμβάνει μορφάς καθαρώς εκβιαστικάς, τας οποίας γνωρίζουν πάντες οι κοινωνικοί άνθρωποι. Ως παράδειγμα δύναται να χρησιμεύση η παρέλκυσις ή ο ενταφιασμός μιας ύποθέσεως εις οιανδήποτε υπηρεσίαν υπό κατωτέρων υπαλλήλων, η έκδοσις εντάλματος συλλήψεως κα­τά καταζητουμένου εκληματίου, εις περίπτωσιν κατά την οποίαν τα κατώτερα αστυνομικά όργανα είναι αλληλέγγυα προς αυτόν κλπ. κλπ.

4. Λαμβανομένης ήδη ύπ´ όψιν της επικαίρου ταύτης θέσεως των κατωτέρων βαθμίδων και προσώπων εν τω κοινωνικώ διαφορισμώ καθίσταται απολύτως νοητή και η άνοδος αυτών εις ανωτέρας βαθμίδας δια κοινού μεταξύ των συ­νασπισμού αναδεικνύοντος εαυτούς και αλλήλους άφ´ ενός μεν δι´ οργανω­μένης αντιστάσεως (boycotage) προς τα άνω και παραλύσεως των τυχόν αντι­θέτων ενεργειών των υπερκειμένων παραγόντων προς ανάδειξιν άλλου πράγ­ματι ικανού, προσώπου, αφ´ ετέρου δε δι´ οργανωμένης προωθήσεως προ­σώπου εκ των κόλπων αυτών, προς την ανωτέραν βαθμίδα. Το φαινόμενον τούτο καλείται κλίκα. Ότι την εξέλιξιν ταύτην ουδείς δύναται να σταματήση είναι φανερόν, όσον είναι φανερά η νομοτελειακή συνάρτησις των ως άνω δε­δομένων. Κατά την αυτήν συνάρτησιν το φαινόμενον συνεχίζεται: «ενός βλα-κός προκειμένου μύριοι έπονται», ο δε ούτω ανελθών βλαξ θα προωθήση ο ί­διος πρόσωπα μόνον κατώτερα εαυτού, μέχρις ότου η μία βιαία έξωθεν επέμ-βασις, υπαγορευομένη υπό της ανάγκης άλλου τινός κοινωνικού όργανισμού, ή ο φυσικός εκφυλισμός ενός τοιούτου οργανισμού εκ των έσω, επιφέρει θε­μελιώδη τινά ανατροπήν ή και αυτόν τούτον τον τερματισμόν του βίου του εκφυλισθέντος οργανισμού. Ούτω λ.χ., εις παρομοίαν περίπτωσιν η το 1910 ανελθούσα κοινωνική ομάς ανέτρεψε την ιεραρχίαν των αξιών και των προ­σώπων και εντός του παλαιοκομματισμού, καταστήσασα δυνατήν την υπεφα-λάγγισιν των παλαιών αυτού αρχηγών υπό νέων (Γούναρη, Στράτου κλπ.). Ως παράδειγμα δια την δευτέραν περίπτωσιν δύναται να θεωρηθή η άνευ ουδε­μιάς αντιστάσεως παράδοσις της εξουσίας υπό της παλαιάς κρατούσης κοινω­νικής ομάδος εις την αναίμακτον «επανάστασιν» τού 1909. Πλείστα άλλα πα­ραδείγματα αποσυνθέσεως ορισμένων άλλοτε ισχυρών οργανισμών: του Βενι-ζελισμού και του Αντιβενιζελισμού παρατηρούνται σήμερον, μερικών εκ των οποίων αλλαχού δίδεται η ανάλυσις.

5. Αλλά και οι άνευ συνασπισμού και οργανώσεως, άνευ «κλίκας», ανερχόμε­νοι βλάκες ή ανίκανοι γενικώς, ατομικώς και μόνον επικρατούντες, ευρίσκο-

3


νται εν τούτοις δεσμευμένοι υπό του κοινωνικού διαφορισμού εις ίσον βαθμόν ως και οι οργανωμένοι τοιούτοι. Διότι αντικειμενικώς αι θέσεις τας οποίας λαμβάνουν είναι τοιαύται, ώστε η ανεπάρκειά των ή να είναι πλεονεκτική ή να είναι ανεκτή, ούδέποτε όμως θέσεις απαιτούσαι πραγματικά προσόντα, εκ των οποίων, και αν ακόμη φθάνουν εις αυτάς, ανατρέπονται και κρημνίζονται εις την πρώτην αντίξοον περίστασιν και υπό μεγάλου τινός ή μικρού πνέοντος ανέμου. Ούτω λ.χ. πολλοί εξ αυτών κατέλαβον διαδοχικώς πλείστα αξιώματα της κοινωνίας και της πολιτείας, από του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι του «Προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Εγγύων Μυιών», του «Γενικού Γραμματέως της Γενικής Συνομοσπονδίας Πωλητών Ποντικοπαγίδων» κ.ο.κ., αξιώματα βεβαίως, τα οποία ουδέποτε θα επιδιώξη σοβαρώς απασχολούμενος άνθρωπος. Εις τα αξιώματα ταύτα προστίθενται φυσικά και διακρίσεις οίον παράσημα, διπλώματα, δεξιώσεις κλπ. τα οποία ανέκαθεν απετέλεσαν ευ­πρόσδεκτα και ζωηρώς καταζητούμενα θέματα μεγάλων σατυρικών έργων της λογοτεχνίας, ένθα απηθανατίσθη ο ανώνυμος ούτος κοινωνικός τύπος. Την άνοδον αυτού διευκολύνουν πλείστα προς τούτο ειδικά προσόντα: η παντελής έλλειψις προσωπικότητος, ήτις εκδηλούται εις την χρονίαν απουσίαν γνώμης επί παντός ζητήματος, εις τον φόβον προ της ενδεχομένης διαφωνίας προς πάντα άνθρωπον, η ολιγόλογος ανιαρότης αυτού, εκλαμβανομένη υπό των αφελών ως βαθύνοια και σοβαρότης, οφειλομένη δε πράγματι εις ανεπανόρ-θωτον έλλειψιν πνεύματος και πολιτισμού, κλπ. (Τοιούτοι λ.χ. δύο κλασσικοί και αντίθετοι τύποι σοβαροφανών βλακών: ο «ψωνίζων» και ο «οαυδευι·». Ο «ψωνίζων» έχει έκδηλον στίγμα την βλακώδη πονηρίαν εις το μέρος εκείνο του ανθρωπίνου σώματος, ένθα παρά τοις ανθρώποις κείται συνήθως το πρό­σωπον. Η ευφυΐα του, την οποίαν πιστεύει ότι έχει και ότι την κρύπτει επιμε­λώς, συνίσταται εις το ν' ακούη μόνον τα λεγόμενα των άλλων, συνοδεύων αυτά με εξυπνώδες τι ηλίθιον μειδίαμα. Δεν απαντά, διότι βεβαίως δεν είναι «κουτός» διά να «εκτεθή». Πάντα άνθρωπον κατ' αρχήν θεωρεί ως εχθρόν ενεδρεύοντα να του αρπάση καμμίαν εκδήλωσιν δια να τον εκθέση κακοήθως εις τους εχθρούς του. Πάντα δε άνθρωπον κατ' αρχήν εκφράζοντα γνώμας θεωρεί άνευ δισταγμού βλάκα, κρύπτων ο ίδιος επιμελώς την ευφυΐαν του ό­πισθεν συγκαταβατικού μειδιάματος. Έχει την ευφυεστάτην άποψιν, ότι ηλί­θιοι ήσαν πάντες οι έχοντες γνώμην, οι γράψαντες βιβλία, ότι ο Κάντ αδίκως εφιλοσόφησε και ο Μπετόβεν διέπραξε μεγίστην ηλιθιότητα συνθέσας τας μουσικάς του συμφωνίας. Η περιφρόνησίς του προς τους διανοουμένους και ιδίως τους αγωνιζομένους εξ αυτών και προς τους καλλιτέχνας είναι απέρα­ντος, περί δε των ευφυολόγων φρονεί ότι πρόκειται περί γελωτοποιών τεταγ­μένων να τον διασκεδάζουν, γελά δε ουχί λόγω των ευφυολογημάτων των, αλ­λά λόγω της βλακείας των να λέγουν ευφυολογήματα άνευ πρακτικού τινος λόγου. Πάσας τας ανοησίας ταύτας των καλουμένων ευφυών καλύπτει ο «ψωνίζων» με μειδίαμα αυτοπεποιθήσεως, συγκαταβάσεως και μετριόφρονος υπεροχής...

Ο οαυδευΓ συνάδελφος του ανωτέρω αποτελεί αληθή κοινωνικήν μάστιγα, διότι ως οαυδεπε εκλαμβάνει το να λέγη εις τους χειμαζομένους συνανθρώ­πους τί ανέγνωσεν εις τας εφημερίδας, τί ήκουσεν εις το ραδιόφωνον και τί του είπον διάφοροι καθ'οδόν, εξικνούμενος έστιν ότε εις τα σχόλιά του, όταν

4


αποφασίση να σχολιάση εις δυσθεώρητα ύψη οξυδερκείας και πνευματικής χάριτος: ότι λ.χ. κατά την νύκτα αναμφιβόλως επικρατεί σκότος, την δε βρο-χήν ακολουθεί οπωσδήποτε η υγρασία.... Εις ταύτα προστίθεται ενίοτε και η «προστατευτική» στάσις αυτού έναντι των πνευματικώς ανωτέρων του, σκο­πούσα την υποτίμησιν αυτών εις τα όμματα του κόσμου κλπ. Με γενικόν και ανεπανόρθωτον αποτέλεσμα την κατάκτησιν της γενικής «συμπαθείας» του κόσμου και την απονομήν του περιφήμου διπλώματος του «συμπαθούς», κατά του οποίου, δι´ αιματηράς σατύρας εξηγέρθησαν εv σώματι όλοι οι πνευμα­τώδεις άνθρωποι των αιώνων, οι αφήσαντες τα επισκεπτήριά των εις τας σε­λίδας της Ιστορίας, θεωρήσαντες αυτό, άγνωστον διατί, ως την δεινοτέραν ύβριν.

6. Ενδιαφέρον είναι τέλος ενταύθα το φαινόμενον μερικών ευφυών ανθρώ­πων, οίτινες, ενστικτωδώς διαισθανόμενοι τον κοινωνικώς ανυπέρβλητον ρό-λον των βλακών και την λαμπράν κοινωνικήν αυτών σταδιοδρομίαν - εv τη «χρυσή» μέση οδώ της μετριότητος εννοείται - αποφασίζουν να υποδυθούν τον ρόλον αυτόν, όπως ανέλθουν δια της μεθόδου της «νύσσης», ως αύτη ευ­φυέστατα αποκαλείται παρά τω λαώ. Αλλ’ ο ρόλος ούτος είναι εξαιρέτως δύ­σκολος εκ δύο λόγων: Πρώτον υποκειμενικώς η ύπαρξις πνευματικής και ψυ­χικής ζωής έχει ως γνωστόν αναποτρέπτους αντανακλάσεις επί της εξωτερι­κής φυσιογνωμίας, αίτινες με την τελειοτέραν υπόκρισιν, δύσκολον είναι ν’

αποκρυβούν, πλην της περιπτώσεως καθ´ ήν είναι δεδομένον τάλαντον μεγά­λου ήθοποιού. Η απλή παρουσία του ευφυούς ανθρώπου είναι κατά κανόνα διά τον βλάκα εις το έπακρον προκλητική. Το ψυχολογικόν σύμπλεγμα των συναισθημάτων, το οποίον αύτη εξαπολύει παρ´ αυτώ είναι το αυτό ακριβώς με εκείνο του καταδιωκομένου και πανικοβλήτου ζώου ή άνθρώπου, εν κατα-στάσει φυγής ή άμύνης. Τό μίσος, ο φόβος, ο φθόνος μετά του θράσους συ­μπλέκονται κατά τρόπον, δηλούντα δια τον εξησκημένον οφθαλμόν σαφώς εις πάσαν φράσιν, ίδία υποτιμητικήν ή μειωτικήν, την κατάστασιν αμύνης. Δεύ­τερον από της απόψεως του βλακός, η ένστικτος καχυποψία αυτού είναι τοι­αύτη, ώστε η υπόκρισις του ευφυούς ν4> αποβαίνη ματαία, η δε πραγματική

ειλικρίνεια αυτού να εκλαμβάνεται ως υπόκρισις. Ο βλάξ ως πλησιέστερος προς το ζωϊκόν βασίλειον, έχει την ένστικτον καχυποψίαν ούτω ανεπτυγμέ-νην, ώστε ν´ αδυνατή να διαγνώση ή να εννοήση συλλογισμούς και λογικούς υπολογισμούς του ευφυούς, βασιζομένους όχι εις το ένστικτον αλλά εις την διάνοιαν. Αοπλος και ανυπεράσπιστος έναντι των ψυχρών υπολογισμών της ξένης διανοίας, ής ο μηχανισμός τυγχάνει εις αυτόν νοητικώς απροσπέλαστος, μίαν μόνην άμυναν διαθέτει, ακριβώς όπως το ζώον και ο πρωτόγονος άνθρω­πος: την ένστικτον καχυποψίαν. 0ύτω εξηγείται και η φυσική και πνευματική κατωτερότης των λαών, οίτινες εμπνέονται βασικώς υπό της καχυποψίας, ήν αυταρέσκως εκλαμβάνουν ως ευφυίαν. Έναντι τών Ευρωπαίων οίτινες ουδε-μίαν ανάγκην έχουν αυτής, ως αντιλαμβανόμενοι νοητικώς τον κόσμον. Εκ τούτων επίσης φαίνεται σαφώς, ότι η καχυποψία και η απότοκος αυτής πονη­ρία είναι ακριβώς το αντίθετον της ευφυίας ως προς τον όλον αυτής εκτοπιζο-μένης πάντοτε υπό της δευτέρας. Λέγομεν αντίθετος μόνον ως προς τον ρό-

5


λον, διότι η διάνοια δεν είναι τι το ανεξάρτητον ή αντίθετον του ενστίκτου, αλλά τουναντίον η ανάπτυξις και ο δια λογικών μέσων πλουτισμός αυτού εις την αρχικήν αυτού πάντοτε κατεύθυνσιν.

7. Πονηρία είναι η ενεργητική όψις της καχυποψίας και το δεύτερον στάδιον αυτής, ήτοι η δράσις αυτής, δράσις όμως ζωϊκώς αμυντικής φύσεως, διότι προϋποθέτει την πνευματικήν κατωτερότητα και την πνευματικήν αμηχανίαν του βλακός, ως ζώου ενστικτώδους και πνευματικώς πανικοβλήτου. Η απλή καχυποψία είναι άμυνα παθητικής φύσεως,καθ΄ ο μη ενεργούσα επί άλλων ατόμων. Η πονηρία είναι άμυνα ενεργητικής φύσεως, διότι αποτελεί εγκεφα-λικήν ενέργειαν, σχηματισμόν συλλογισμών και συμπερασμάτων, αγόντων εις πράξεις («τον εγέλασε» κ.λπ.) και συνεπώς ενεργεί επί άλλων ατόμων. Άσχε-τον το ζήτημα της βλακώδους ποιότητος των συλλογισμών και συμπερασμά­των. Η χρησιμοποίησις ήδη των βλακωδών τούτων συλλογισμών και συμπε­ρασμάτων, με μιάν λέξιν της πονηρίας, χρησιμοποίησις όμως γενικώτερον ψυ-χολογικώς επιδρώσα επί του άλλου ατόμου, ήτοι χρησιμοποίησις αυτής εν συνδυασμώ με στοιχεία κατωτάτης πνευματικής υποστάθμης (κολακεία, ψεύ­δος, ραδιουργία, συκοφαντία, σωματεμπορία, συμπαθής μορφή τού βλακός ακόμη, επίκλησις της πολυτεκνίας του, προσφορά ανηθίκων καί ευκόλων υ­πηρεσιών εις το κολακευόμενον πρόσωπον, χαφιεδισμός, ξεσκονίσματα, το «ποιείν τον καραγκιόζην», ή τον gigolot, χειροφιλήματα προς τον «Εθνικόν Κυβερνήτην», εκφωνήσεις λόγων, συρραφή κολακευτικών στίχων, μεταφορά λαχανικών, κλπ. κλπ.) τοιαύτη, λέγομεν, χρησιμοποίησις της πονηρίας, κατά-στασις θετική, ενεργός και προσοδοφόρος, καλείται επιτηδειότης. Και εδώ συμβαίνει κοσμοϊστορικόν γεγονός: ότι η δύναμις των μέσων τούτων επικρα-τήσεως των βλακών είναι τοιαύτη, λόγω της ευτελείας και της διανοητικής κα-τωτερότητος των κολακευομένων προσώπων, ώστε ο βλάξ, κατά παράβασιν φαινομενικώς της βλακείας του, νά φθάνη εις τον σκοπόν του και να προωθεί­ται ή να επικρατή! Δεν γνωρίζομεν όμως τη αληθεία ποία κατηγορία βλακών είναι ενταύθα η πλέον επικίνδυνος και ψυχολογικώς η πλέον αποσυνθετική δια την κοινωνίαν: εκείνη, ήτις διαπράττει τ ανωτέρω, ή έκείνη, διότι δημι­ουργείται και δευτέρα, ήτις θεωρεί ως ευφυείς τους ως άνω βλάκας! Εις την κατηγορίαν αυτήν ανήκουν και οι ευφυέστατοι εκείνοι αρριβισταί πάσης φύ­σεως του δημοσίου βίου, οι οποίοι φρονούν ότι δεν έχει καμμίαν σημασίαν τί λέγει και τί πράττει τις σήμερον και αύριον, διότι «εν τη συγχίσει του λαού τα πάντα λησμονούνται», παραγνωρίζοντες οι ατυχείς το γεγονός, ότι αν τυχόν λησμονεί ο λαός, δεν λησμονούν όμως τα στελέχη καί οι ηγέται του και ότι και αν ακόμη ολόκληρος ο λαός αποτελείται από λωποδύτας και παληανθρώπους, ο αυτός όμως ακριβώς λαός έχει την μοχθηράν αξίωσιν να μη είναι τοιούτοι oι παρ´ αυτού αναδεικνυόμενοι, ή εκείνοι oι οποίοι οπωσδήποτε επηρεάζουν τας τύχας του τους οποίους, εξ ενστίκτου αυτοσυντηρήσεως και δικαιοσύνης, διότι εφωδιασμένοι αυτοί με περισσότερα μέσα του κάμνουν αθέμιτον ανταγωνι-σμόν, επιθυμεί ασπίλους, ή άλλως τιμωρεί. Διότι μόνον από της απόψεως της δευτέρας ταύτης κατηγορίας βλακών δύναται νά τεθή το ερώτημα: «ποίος εί­ναι βλάξ, ο κολακεύων, ή αντιθέτως ο κολακευόμενος;» Αλλ' ότι πάντα ταύτα τα μέσα της επιτηδειότητος είναι άσχετα εντελώς με την ευφυίαν, και ότι ου­δείς ευφυής έχει ανάγκην να τα χρησιμοποιήση, διότι ούτος επικρατεί διά της

6


άξίας του, δεν αμφισβητείται. Ότι είναι τα ευκολώτερα "πνευματικώς" μέσα δεν αμφισβητείται. Ότι ο κολακευόμενος, εάν πιστεύση εις την ειλικρίνειαν του επιτηδείου είναι βλάξ, δεν αμφισβητείται. Πώς όμως δύναται ν' αμφισβη-τηθή ότι εάν ο κολακευόμενος είναι βλάξ, βλάξ αναγκαίως θα είναι και ο πεί­θων ένα βλάκα; Διότι, αλλοίμονον!, Ουδείς ευφυής μέχρι τούδε κατώρθωσε νά πείση βλάκα και ουδεμία συνεννόησις επιτεύχθη ποτέ μεταξύ ετερογενών ε­γκεφάλων. "Δύο κεφαλαί δια να συνεννοηθούν πρέπει να είναι ή εξ ίσου κε-ναί, ή εξ ίσου πλήρεις" είπε κάποτε επιγραμματικώτατα ο πρύτανις της Ελλη­νικής δημοσιογραφίας, διευθυντής της «Νέας Ημέρας». Η κλασσική εκάστοτε αποτυχία των ευφυών εκείνων ανθρώπων, οίτινες ποτέ επειράθησαν προς στιγμήν να εισέλθουν εις τον ψυχοδιανοητικόν κόσμον των βλακών, διά να τους πλησιάσουν όπως επιτύχουν τι παρά των πανισχύρων τούτων εξουσια­στών των υψηλοτέρων αξιωμάτων, υπήρξε πράγματι τραγική μέχρι σημείου, ώστε να οδηγηθούν oι ατυχείς ούτοι εις την απελπισίαν, ενίοτε δε και εις τον τερματισμόν της σταδιοδρομίας των και εις τον θάνατον, ενώ ουδέν ποτέ νέ­φος διετάραξε την αγαστήν σύμπνοιαν μεταξύ των βλακών... Κατ' αδήριτον συνέπειαν η ως άνω δευτέρα κατηγορία αυτών θεωρεί τους ευφυείς αυτούς ως βλάκας! Υπάρχει και τρίτη κατηγορία βλακών, κυνικωτέρα και κομψοπρεπώς παροξύνουσα τα πράγματα: "Η μεγαλυτέρα βλακεία είναι η ευφυΐα!", λέγει αϋτη ώφελιμιστικώς κρίνουσα καί μή καθορίζουσα επακριβώς τήν... Ιδίαν αυ­τής θέσιν.

8. Αν ο βλάξ καταφεύγει εις την επιτηδειότητα λόγω των πενιχρών πνευματι­κών του μέσων εκ της αυτής ελλείψεως ανωτέρων πνευματικών μέσων ωθεί­ται και προς την απάτην. Απάτη είναι ως γνωστόν η αποσιώπησις της αληθεί­ας ή η παράστασις ψευδών πραγμάτων ως αληθών. Εξ αυτού τούτου του ορι­σμού αυτής συνάγεται ότι η απάτη δεν ανάγεται εις την εύφυίαν του απατεώ-νος, διότι πάς άνθρωπος δύναται να παραστήση ψευδώς πράγματα ως αληθή και αυτός ούτος ο βλάξ, αλλ´ εις την ευπιστίαν του θύματος. Ότι λοιπόν κατα­φεύγει εις αυτήν, ως διανοητικώς ευκολώτερον μέσον ο βλάξ επειδή, στερού­μενος ευφυΐας, είναι ανίκανος να μεταχειρισθή έντιμα μέσα, είναι αυτονόη­τον, διότι έντιμα μέσα ως δυσκολώτερα, χρησιμοποιεί μόνον ο κεκτημένος πραγματικήν ατομικήν αξίαν. Πόθεν λοιπόν προέρχεται η ευρέως διαδεδομέ­νη αντίληψις, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι βλάξ, αλλ´ ανα-γκαίως είναι ευφυής, αντί της ως άνω αναλύσεως, εξ ής αντιθέτως προκύπτει, ότι ο απατεών όχι μόνον αποκλείεται να είναι ευφυής, αλλ´ είναι αναγκαίως βλάξ; Η αντίληψις αύτη προέρχεται εκ της «θεωρίας» τού βλακός περί της ευπιστίας. Ειθισμένος ο βλάξ να «σκέπτεται» ουχί διά του νοητικού μηχανι­σμού, αλλά δια χονδροειδών έξωθεν εντυπώσεων, δεν ερευνά τας αιτιοκρατι­κάς σχέσεις, αλλά περιορίζεται εις το γεγονός μιας επιτυχούσης απάτης, γεγο­νός εξ ού και μόνου συνάγει την βλακείαν του θύματος και την ευφυΐαν του απατεώνος. Ότι η απάτη δεν οφείλεται εις ευφυίαν ανελύθη, νομίζομεν επαρ­κώς. Ότι όμως η ευπιστία του θύματος αποτελεί βλακείαν, τούτο είναι αληθές μνημείον βλακικής "διανοίας" καί πολιτιστικής υποστάθμης. Διότι η ευπιστία ενός ατόμου, ως προϋποθέτουσα τα άλλα άτομα ως έντιμα καί συνεπώς ως ευφυά, είναι ασφαλώς το μέγιστον των τεκμηρίων της πνευματικής του ανα­πτύξεως και του πολιτισμού του. Όσον υψηλότερον επί των βαθμίδων της ευ-

7


φυίας καί του πολιτισμού ίσταται εν άτομον ή είς λαός, (οι Ευρωπαίοι εν σχέ-σει προς τους Ανατολίτας) τόσον περισσότερον εύπιστος είναι. Ο τελευταίος των βλακών θα ηδύνατο να εξαπατήση ένα Κάντ ή ένα Μπετόβεv και ο τελευ­ταίος των Ελλήνων ένα Ευρωπαίον... Το μειδίαμα του οίκτου,το οποίον ρί­πτουν οι "αφελείς κουτόφραγκοι", δημιουργοί των πνευματικών αξιών και ε-ξουσιασταί του κόσμου, επί των δυστυχών «έξυπνων» της Μεσογείου και της Ανατολής, ας είναι και η τιμωρία των βλακών και δια την "θεωρίαν" των ταύ­την!

9. «Οτι ο βλάξ, ακολουθών την ένστικτον αυτού καχυποψίαν, ευρίσκεται ε­ντός της πραγματικότητος, τούτο είναι αναμφισβήτητον, θέτει δε αυτόν εν τω Κοινωνικώ βίω εις «ανωτέραν» μοίραν λ.χ. του μεταφυσικού, του όποΙου ο ενστικτώδης κόσμος έχει υποστή νοσηράν ατροφίαν, έναντι του διανοητικού αυτού κόσμου, όστις έχασε πάσαν επαφήν μετά της πραγματικότητος. Εάν δεχθώμεν, ως υποχρεούμεθα, πρώτον ότι το ένστικτον είναι αλάθητον, καθ´ ό ανεξήγητον και άφθαρτον, δεύτερον ότι ο κόσμος των ενστίκτων είναι ο κατ´ εξοχήν φυσικώς υγιής κόσμος, τρίτον ότι η κοινωνία ως συνέχεια της φύσεως είναι υγειής οργανισμός, απαρτιζόμενος υπό υγειών ατόμων, τότε το συμπέ­ρασμα περί της υπεροχής του βλακός επί του μεταφυσικού εν τη κοινωνία, εί­ναι συμπέρασμα αναγκαστικόν και ανέκκλητον, επαληθευόμενον άλλως τε, κατά φυσικήν αναγκαιότητα, υπ' αυτής ταύτης της κοινωνικής πραγματικότη-τος όλων των εποχών και των λαών. Το ότι οι μεταφυσικοί επεκράτησαν (όχι ήνθισαν) εις εποχάς παρακμής των κοινωνιών δεν είναι τυχαίον. Ο βλάξ, ως ελέχθη και ανωτέρω, διαισθανόμενος εν τη καχυποψία του την επίθεσιν εκ μέρους του ευφυούς, είναι θεμελιωδώς εντός της πραγματικότητος, διότι διαι­σθάνεται ορθώς τον κίνδυνον να περιέλθη κοινωνικώς εις την κάτω τάξιν. Εάν δια της καχυποψίας αυτής και μόνης προστατεύεται έναντι του φυσικού αυ­τού προορισμού του, τούτο είναι άλλο ζήτημα. Φανερόν είναι, ότι το ένστικτον αποτελεί μέσον προσανατολισμού και στοιχειώδους αμύνης εις τον πρωτόγο-νον άνθρωπον, όχι όμως μέσον κατισχύσεως και υπεροχής εν προηγμένη κοι­νωνία μετά προηγουμένου κοινωνικού διαφορισμού και αναπτύξεως των νοη­τικών του ανθρώπου μέσων, των όποιων η κατ´ άτομα ανισότης είναι εξ ίσου φυσικώς δεδομένη. Ο βλάξ ομοιάζει ενταύθα το ζώον, το όποίον εξ ενστίκτου γνωρίζει να διαφεύγη πάντα κίνδυνον, πλήν ανωτέρας ωμής βίας, εις την ζού-γκλαν, εισερχόμενον όμως εις κεντρικήν οδόν μεγαλουπόλεως, ευρίσκεται αιφνιδίως υπό τους τροχούς αυτοκινήτου. Τούτο είναι άγνωστος και ακατανό­ητος εις αυτό μηχανή, βασιζομένη βεβαίως κατά τελευταίον λόγον εις το έν­στικτον του ανθρώπου, κατασκευασθείσα όμως δια της διανοίας του. Πώς ήδη οι πνευματικώς κατώτεροι άνθρωποι ευρίσκονται υπό τους τροχούς διαφόρων κοινωνικών "αυτοκινήτων", - τούτο δεικνύει η θέσις αυτών εις την κάτω τάξιν. Την "μηχανήν" αυτήν είναι βεβαίως αδύνατον να διαφύγη και ο βλάξ, του ο­ποίου και η άνοδος είναι αυστηρώς εντός ωρισμένων πλαισίων περιωρισμένη. Οτι δε τέλος ο μεταφυσικός ουδέ το ζώον, ουδέ τον βλάκα δύναται να περι-πλέξη εις τροχούς, τούτο είναι ευνόητον εκ του γεγονότος, ότι ούτος φέρεται επί του Πηγάσου...

8


ίο. Ως προς την κοινωνικήν προέλευσιν των βλακών διαπιστούται ότι η παρα­γωγή βλακών δεν είναι ταξική. Η πονηρά φύσις δεν έδωκεν εις ωρισμένην τι­νά κοινωνικήν τάξιν το επίζηλον τούτο προνόμιον. Επεδαψίλευσεν ίσως ως φαίνεται, εις την εκάστοτε άνω τάξιν τους διασκεδαστικωτέρους απλώς τύ­πους βλακών, αλλά δεν εστέρησεν ουδεμίαν άλλην κοινωνικήν τάξιν της σο-βαράς συμβολής των. Ο βλάξ υπουργός, ο αγόμενος και φερόμενος υπό των υπαλλήλων του και τα μέλη ενός εργατικού σωματείου, τα οποία εκμεταλλεύε­ται ο πονηρός εργατοκάπηλος, αποτελούν δύο αντίθετα παραδείγματα του γεγονότος, ότι η βλακεία δεν έχει ταξικήν την πατρίδα. Ψυχολογικά δε είναι κυρίως τα περιεχόμενα, τα οποία δημιουργούν τας ποικι­λίας και παραλλαγάς μεταξύ των βλακών. ο ίίΐδ α ραρα της άνω τάξεως, ο ο­ποίος λόγω φυσικής ατροφίας του βουλητικού του κόσμου, λαμβάνει σοβαρώς υπ' όψιν την ατελεύτητον σειράν των απαγορεύσεων της οικογενείας του, στερούμενος δε και ιδίας πνευματικότητος, καταντά εις το τέλος τύπος χωρίς την ελαχίστην προσωπικότητα, ονομάζεται υπό της τάξεώς του επιεικέστατα "καλό παιδί", εις δε την αντικειμενικήν διάλεκτον θα ηδύνατο να αποκληθή "ευπρεπής βλάξ", ενώ το "τέκνον του λαού" εις την αυτήν περίπτωσιν ονομά­ζεται υπό του ευφυεστέρου και κυριολεκτούντος λαού δραστικώτατα "κόπα­νος" Σημαντικώς αυστηροτέρα είναι επομένως η φυσική επιλογή εντός της κάτω τάξεως: ενώ λ.χ. ο ίίΐδ α ραρα εις την μαθητικήν ηλικίαν τυγχάνει της αγωγής, των μορφωτικών μέσων και των περιποιήσεων της τάξεώς του και παραμένει ψυχικώς αμείωτος, όπερ επαυξάνει την γελοίαν αυτοπεποίθησίν του εις πρεσβυτέραν ηλικίαν, δυνάμενος να φθάση ανενοχλήτως και εις υψη­λά αξιώματα, η δε ατομική του ύπαρξις ως μη ώφειλε, είναι γνωστή εν τη κοινωνία. Αντιθέτως το τέκνον του λαού και σκληρώτερον χειραγωγείται υπό των γονέων του και των συμμαθητών του εν τω σχολείω μέχρι πλήρους ψυχι­κής εξουθενώσεως δια σκληράς υποτιμήσεως, προπηλακισμών, φαρσών, ύ­βρεων και βιαιοπραγιών και δυσκολώτερον είναι κατόπιν τούτων ν' ανέλθη την κοινωνικήν κλίμακα, ο δε βλάξ των λαϊκών τάξεων ούτως και συμπαθέ­στερος είναι και άγνωστος και ακινδυνώτερος και ολιγώτερον γελοίος, καθ' ο σεμνότερος και εστερημένος της αυτοπεποιθήσεως ή επάρσεως του βλακός των άνω τάξεων, εις τον οποίον λόγω ατροφίας τού βουλητικού του και τής μαλθακότητος του οικογενειακού του περιβάλλοντος προστίθεται έστιν ότε και αηδής γυναικωτός χαρακτήρ. Ενιαίον όμως είναι το πνευματικόν προλε-ταριάτον πάσης ταξικής καταγωγής.

ιι.Η ηθική τέλος σχέσις μεταξύ βλακός και επιτηδείου ή απατεώνος είναι α-προσδοκήτως διάφορος της ήν εκλαμβάνει συνήθως η «κοινή γνώμη». Ο συ­νήθης κοινωνικός άνθρωπος θεωρεί τον επιτήδειον και τον απατεώνα ως ανη­θίκους μεν, άλλ' ως υποδιαιρέσεις του ευφυούς. Ολως το αντίθετον όμως συμβαίνει: ο επιτήδειος και ο απατεών είναι ακριβώς υποδιαιρέσεις τού βλα­κός. Καί ιδού πώς. Είπομεν ανωτέρω ότι η πονηρία, εκτός εάν είναι μέσον α­μύνης των ευφυών ουχί κατά των βλακών αλλά κατά της πονηρίας των, απο­τελεί φυσικήν ιδιότητα των βλακών και δη φυσικήν συνέπειαν του γεγονότος, ότι, λόγω ατροφίας του νοητικού των μηχανισμού, αποτελεί αύτη την μόνην άμυναν αυτών κατά πάσης έξωθεν επιθέσεως. Από της διαπιστώσεως της α­ληθείας ταύτης μέχρι της ακολούθου αληθείας υπάρχει έν και μόνον βήμα: ότι

9


μόνον ο πνευματικώς ανάπηρος έχει ανάγκην της επιτηδειότητος και της απά-της δια να προωθηθή ή να επικρατήση. Ουδείς άνθρωπος αξίας έχει ανάγκην να γίνη επιτήδειος ή απατεών. Η καθημερινή κοινωνική πείρα διδάσκει ότι τα επίθετα ταύτα ουδέποτε κατώρθωσαν να "κολλήσουν" εις ανθρώπους πραγ-ματικής αξίας, οι οποίοι, εάν υπήρξαν μισητοί, εχαρακτηρίσθησαν ίσως ως «κακοί», ως «καταχθόνιοι», ως «γόητες», ως «τορπιλληταί» ή ως «λιβελλο-γράφοι», ουδέποτε όμως ως επιτήδειοι ή απατεώνες, και όταν ακόμη υπήρξαν συντηρητικοί εις τας σχέσεις των μετά των λοιπών ανθρώπων και κατώρθω-σαν πάντοτε να προωθηθούν ή να επικρατήσουν. Απόλυτος εσωτερική συνέ-πεια της πνευματικής αναπηρίας του βλακός είναι άλλως τε όχι μόνον η αγε-λαία του τάσις, όχι μόνον η προώθησίς του «πλάτην μέ πλάτην» με την λεγεώ-να των ομοίων του, όχι μόνον η προσφυγή εις τα ευτελέστερα μέσα της επιτη-δειότητος, την έλλειψιν αντιθέτου γνώμης, την προσφοράν ευκόλων και ανη-θίκων εκδουλεύσεων και την κολακείαν, αλλά και η συστηματική αποφυγή πάσης συγκρούσεως και πάσης μάχης. Και όταν ακόμη ο βλάξ, υπό την μορ-φήν του επιτηδείου ή του απατεώνος, εξαναγκασθή να δώση μάχην, θα δώση αυτήν δια των πνευματικώς ευκολοτέρων καί συνεπώς των ανηθικωτέρων «ό-πλων»: του ψεύδους, της διαστροφής, της ραδιουργίας και της συκοφαντίας. Εξ ού έπεται το ακλόνητον δόγμα: και η ανηθικότης είναι αποκλειστικόν προ-νόμιον των βλακών!

10

Δημοσίευση σχολίου